Το Φιλί της Μέδουσας: Η Ανάσταση των ζωντανών

Η Μούσα του Πολεμιστή
Κάποιες Αναστάσεις σημαδεύουν την ζωή μας…
και στους Κόσμους της Μέδουσας, δεν υπάρχουν νεκροί για να αναστηθούν.
Υπάρχουν μόνον Ονειρευτές που ξυπνούν…

Αυτό το απόσπασμα από το βιβλίο μου το αφιερώνω σε μια κοπέλα που μου σημάδεψε την ζωή, χωρίς στην ουσία να την ακουμπήσει και απόλυτα και διαλέγω την ημέρα της Ανάστασης του 2018 για να το κάνω, στην επέτειο των 20 χρόνων από εκείνη την Ανάσταση όταν και διαδραματίστηκαν τα γεγονότα που περιγράφω.
Η Μνήμη της γέννησε το Φιλί της Μέδουσας…
και όλως περιέργως, οι μετέπειτα περιπέτειές μου που περιγράφονται στο «μυθιστόρημά» μου, την κρατάνε πάντα μπροστά στο Μάτι μου.
Παρόλο που πέρασαν τόσα χρόνια από εκείνο το Πάσχα και το καλοκαίρι του 1998.
Καλή αντάμωση στους Κόσμους του Λυκόφωτος, αγαπημένη…

Οι υπόλοιποι φίλοι, το δώρο μου για εσάς, 20 περίπου σελίδες από τις 207 για να πάρετε μια μικρή, και ανώδυνη ιδέα, από τους Κόσμους της Κεφαλής της Μέδουσας.

Χριστός Ανέστη
ή μάλλον
«Ο Άλκης ξύπνησε…»
Καλό Ξύπνημα στο Όνειρο!

to-fili-tis-medousas-banner

19 Απριλίου

«Ακούς να μου μιλήσει έτσι! Δεν πειράζει, κάποτε θα καταλάβει και αυτός», είπε η Άννα, μιλώντας περισσότερο στον εαυτό της παρά στον Ιωάννη.
«Τελικά αυτό το κορίτσι δεν θα αλλάξει ποτέ», σκέφτηκε ο Ιωάννης, η φράση αυτή έχει γίνει σήμα κατατεθέν, για να τονίζει τον υπερφίαλο εγωισμό της. Τρία χρόνια τώρα που την γνώριζε, ο κόσμος όλος περιστρέφεται γύρω από την ίδια και τον συνονόματό του Ιωάννη, το αγόρι της.
«Άσε τα παράπονα κατά μέρος», της απάντησε. «Σήμερα γιορτάζουμε την Ανάσταση, δεν πάει να έχουμε πένθιμη ατμόσφαιρα.»
«Ωχ, άρχισες πάλι τις φιλοσοφίες σου. Τέλος πάντων, κοίτα εκεί, πέφτει ένα αστέρι.
Κάνε μία ευχή.»

Δεν πρόλαβε να τελειώσει ο Ιωάννης την ευχή του και το πεφταστέρι ακολούθησε άλλο ένα. «Δεν βαριέσαι», σκέφτηκε. «Θα ξανακάνω την ίδια, για να διπλασιάσω τις πιθανότητες.»
«Τι ευχήθηκες;» τον ρώτησε η Άννα.
«Αν σου πω δεν θα πιάσει. Εσύ μην μου πεις, ξέρω ήδη την ευχή σου. Άντε, καλά στέφανα με τον φίλο μου. Αλήθεια, το ξέρεις πως όταν πέφτει ένα αστέρι, μία ψυχή έρχεται στον κόσμο για να δοκιμαστεί;»
«Και τώρα που έπεσαν δύο, τι έγινε; Ήλθαν παρέα εδώ;»
Ο Ιωάννης δεν απάντησε στο σχόλιο προσηλωμένος στην προσπάθειά του να θυμηθεί από που ήξερε για τα πεφταστέρια, αλλά μάταια. Είχε διαβάσει ένα σωρό βιβλία και είχε χάσει πια τον λογαριασμό.

Γύρισε και την κοίταξε. «Πού να ήξερες», σκέφτηκε, «τί ευχή έκανα μικρή μου. Την ίδια ευχή που κάνω στα πεφταστέρια από εκείνο το βράδυ της Παρασκευής, πριν από δυόμισι χρόνια.»
Τον κοίταξε και αυτή, με τα μάτια της να λάμπουν με αυτή την απόκοσμη λάμψη που του ήταν τόσο οικεία, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει το γιατί.
«Άντε να φεύγουμε σιγά σιγά», της είπε. «Το μεσημέρι πρέπει να είμαι στην Αθήνα.»
«Κοίτα να δεις για πότε πήγε έξι η ώρα», του απάντησε εκείνη, «ξημερώνει σε λίγο. Είμαστε μαζί από εχθές το μεσημέρι και ούτε κατάλαβα πώς πέρασαν τόσες ώρες. Δεν μπορείς να μην πας για δουλειά σήμερα;»
«Αυτό πες το στον προϊστάμενό μου που με έβαλε βάρδια την Κυριακή του Πάσχα. Εσύ πότε θα ανέβεις στην Αθήνα;» ρώτησε ξεκινώντας την μηχανή του αυτοκινήτου.
«Πότε θα κατέβω στην Αθήνα, θέλεις να πεις. Τί συνήθεια και αυτή που έχετε εσείς οι Αθηναίοι να τα λέτε όλα ανάποδα. Πάντως, την Τρίτη θα ανεβοκατέβω στην Αθήνα», του είπε γελώντας.
«Εντάξει», είπε και εκείνος χαμογελώντας. «Πάρε με τηλέφωνο να βγούμε το βράδυ αν δεν κανονίσεις κάτι άλλο.»
Την άφησε στο σπίτι της και γύρισε στο δικό του, με την αίσθηση ότι αποχωρίστηκε ένα κομμάτι του εαυτού μου. «Κοίτα να δεις πώς τα φέρνει η ζωή», σκέφτηκε με ένα μικρό χαμόγελο. Στο μυαλό του ο χρόνος γύρισε πίσω δυόμισι χρόνια και θυμήθηκε το πώς έφτασαν σε εκείνη την ημέρα.

to-fili-tis-medousas-bannerΙούλιος, 2 χρόνια πριν

Ο Ιωάννης είχε πάει στο εξοχικό του σπίτι στο Λουτράκι, ένα προάστιο της Αθήνας, για το Σαββατοκύριακο, μαζί με τον φίλο του τον Πύρρο. Παρασκευή βράδυ, μέσα καλοκαιριού και ο κόσμος πηγαινοερχόταν στον πεζόδρομο της παραλίας απολαμβάνοντας τον βραδινό περίπατο, λίγο πριν ξεχυθούν στα νυχτερινά μαγαζιά για να διασκεδάσουν.
«Κοίτα να δεις φίλε», είπε ο Πύρρος κοιτώντας τριγύρω. «Πού τις έχετε βρει τόσες γυναίκες σε τόσο μικρή πόλη; Ποπό, προβλέπεται να περάσουμε καταπληκτικό Σαββατοκύριακο.»
«Περίμενε να δεις την νύχτα τί γίνεται στα μαγαζιά. Εκεί είναι το παιχνίδι», του απάντησε ο Ιωάννης πίνοντας το ποτό του.
«Κοίτα την κοπελιά με τον σκύλο εκεί στο σιντριβάνι», του είπε ο Πύρρος δείχνοντάς του την Άννα να κάθεται σε ένα παγκάκι δίπλα στο μαγαζί. «Πάω να την γνωρίσω, μήπως και έλθει το βράδυ μαζί μας με καμιά φίλη της.»
«Άφησέ την αυτή φίλε μου, είναι η κοπέλα του φίλου μου του Ιωάννη», του έκοψε την φόρα που είχε πάρει. «Πάω να της πω να έλθει να καθίσει μαζί μας.»

Ο Ιωάννης σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος της. Καθόταν στο παγκάκι κοιτάζοντας τριγύρω με ένα απλανές βλέμμα, χωρίς να συμμετέχει στον ρυθμό που ακολουθούσαν όλοι οι άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι περπατούσαν πάνω κάτω, μιλούσαν, γελούσαν και γενικά ήταν κυριευμένοι από μία ευχαρίστηση που ένιωθες να πλανάται στον αέρα.
Η Άννα εξέπεμπε κάτι περίεργο, μία αίσθηση μοναξιάς μέσα σε εκατοντάδες κόσμου, σαν να είχε μόλις πέσει από κάποιον άλλον πλανήτη και ήταν ξένη σε όλους και σε όλα.
Ξαφνικά ο Ιωάννης έπαθε ένα σοκ, σαν να του κόπηκε η ανάσα. Κάτι έγινε στο μυαλό του και έγινε ένα με αυτήν, ένιωθε ό,τι ένιωθε εκείνη, σκεφτόταν ό,τι σκεφτόταν εκείνη, σαν να είχαν μόλις ενωθεί οι υπάρξεις τους. Μία παράξενη αίσθηση τον κυρίεψε, ένα ψυχρό και συγχρόνως ζεστό κενό του έφερε ένα ρίγος στην σπονδυλική στήλη. Δεν υπήρχε χρόνος, δεν υπήρχε χώρος, μόνο το τίποτα που είναι τα πάντα και μέσα σε αυτό βρισκόταν μόνο εκείνη μαζί του.
Η άχρονη έκστασή του διακόπηκε βιαίως όταν ένας νεαρός άνδρας έπεσε πάνω του, σχεδόν γκρεμίζοντάς τον στο έδαφος. Ευτυχώς βρήκε την ισορροπία του, όχι όμως και απάντηση στο ερώτημα τί του είχε μόλις συμβεί. «Πάει τρελάθηκα. Τι ήταν πάλι αυτό;» αναρωτήθηκε φτάνοντας δίπλα στην Άννα.
«Καλησπέρα. Τι κάνεις εδώ μόνη σου;» την ρώτησε, προσπαθώντας να μην φανεί η ταραχή του.

Η Άννα γύρισε και τον κοίταξε. Μόλις τον αναγνώρισε χαμογέλασε και τα μάτια της ζωντάνεψαν.
«Καλώς τον, τι κάνεις; Έβγαλα την Λίζι βόλτα», του είπε χαϊδεύοντας το καφέ λυκόσκυλο. «Πότε ήλθες;»
«Σήμερα το μεσημέρι με έναν φίλο μου, μόνο για το τριήμερο όμως. Καθόμαστε εδώ δίπλα στην καφετέρια, έλα να καθίσεις μαζί μας.»
«Ευχαριστώ, αλλά πρέπει να γυρίσω σπίτι. Λείπω τρεις ώρες και θα τα ακούσω πάλι από την μητέρα μου.»
«Σίγουρα; Καλά, δεν επιμένω αν είναι να έχεις πρόβλημα. Ο φίλος μου πού βρίσκεται;»
«Την άλλη εβδομάδα θα πάρει άδεια για 5 ημέρες και μάλλον θα πάμε σε κάποιο νησί. Πέντε μήνες έμειναν για να τελειώσει την θητεία του.»
«Να του δώσεις χαιρετισμούς και ελπίζω να περάσετε καλά», της είπε με έναν τόνο φθόνου στην φωνή του για τον φίλο του Ιωάννη.
Την αποχαιρέτησε και γύρισε στο τραπέζι όπου καθόταν με τον Πύρρο. Όλο το υπόλοιπο βράδυ ήταν η χειρότερη παρέα που θα μπορούσε να επιλέξει κάποιος για να διασκεδάσει. Δεν είχε διάθεση για κουβέντα και το χειρότερο ήταν ότι δεν μπορούσε να εξηγήσει τί ήταν αυτό που του είχε συμβεί λίγο πριν. Για το μόνο πράγμα που ήταν σίγουρος, ήταν πως ανυπομονούσε να την ξαναδεί…

to-fili-tis-medousas-banner10 Απριλίου, 2 χρόνια μετά

Έτσι λοιπόν είχαν περάσει 2 χρόνια. Σε αυτό το χρονικό διάστημα ο Ιωάννης είχε συναντηθεί αρκετές φορές με την Άννα και τον δικό της Ιωάννη και επειδή οι καυγάδες τους ήταν συχνοί, συνήθως ήταν ο ειρηνοποιός ανάμεσά τους. Περίεργη που είναι η ζωή! Τέλος πάντων, πριν ένα χρόνο ο Ιωάννης και η Άννα χώρισαν, βρήκαν καινούριους συντρόφους και επειδή η Αθήνα δεν συντηρεί φιλίες, ο Ιωάννης και η Άννα χάθηκαν και εκείνοι μεταξύ τους.
Εντωμεταξύ, λόγω της δουλειάς του είχε πολύ ελεύθερο χρόνο και οδηγούμενος από διάφορα ερεθίσματα που κατά καιρούς είχε, είχε στραφεί στην μεταφυσική αναζήτηση, κυρίως μέσα από την κλασική Ελληνική Φιλοσοφία. Το αξιοπερίεργο ήταν όμως, πως σε όλα τα «ταξίδια» που έκανε από τότε, εκείνη ήταν μαζί του. Όχι, βέβαια, η ίδια, αλλά η Ιδέα της, όπως του εξήγησε και ο ξεναγός του. Ο πολύς κόσμος έχει βγάλει διάφορες εξηγήσεις για όλα αυτά και πραγματικά έχει πολύ γούστο να ακούς τους διάφορους επιστήμονες να σου μιλάνε για «υποσυνείδητα, ασυνείδητα, βαθύτερα εγώ» και όλες αυτές τις πομπώδεις λέξεις και εκφράσεις που χρησιμοποιούν όλοι αυτοί που δεν πιστεύουν στις αλήθειες που κρύβουν τα παραμύθια και οι παραδόσεις του απλού λαού.

Ξυπνώντας το πρωί και αναστατωμένος ακόμα από το όνειρο που είχε δει, ήταν τρομερά περίεργος να δει στην δική του διάσταση την αποκρυπτογράφησή του. Δεν περίμενε όμως τις εξελίξεις που έμελλαν να αρχίσουν να παίρνουν την μορφή χιονοστιβάδας.
Το τηλέφωνο κουδούνισε και τον διέκοψε από τις σκέψεις του.
«Καλημέρα, ελπίζω να μην σε ξύπνησα, η Άννα είμαι», άκουσε την φωνή της στην άλλη άκρη του τηλεφώνου.
«Όχι, έχω ώρα που έχω ξυπνήσει. Χαθήκαμε, έχουμε τόσον καιρό να τα πούμε. Πώς και με θυμήθηκες;» ρώτησε έκπληκτος.
«Διακρίνω κάποιο παράπονο, αλλά έχεις δίκιο. Αφού ξέρεις τώρα, τρέχω σαν τρελή, δουλειά και άστα να πάνε.»
«Καλά, αστειεύομαι, ο Δημήτρης τι κάνει;» ρώτησε αναφερόμενος στον νεαρό που είχε συνάψει σχέσεις μετά τον χωρισμό της με τον Ιωάννη.
«Δεν είμαστε πια μαζί, χωρίσαμε. Τέλος πάντων, ας το αφήσουμε αυτό. Πότε θα τα πούμε από κοντά;»
Αυτό ήταν, λοιπόν. «Και εγώ νόμιζα πως με είχε θυμηθεί. Αυτό που ήθελε ήταν να αποκαταστήσω την σχέση της με τον Ιωάννη. Δεν βαριέσαι…», σκέφτηκε, «σάμπως πρώτη φορά είναι; Μην ξεχνάς τον προορισμό σου», προέτρεψε τον εαυτό του παρηγορώντας τον, «μην εμπλέκεσαι σε διαδικασίες τώρα που θα αποσπάσουν την προσοχή σου. Προσπάθησε να αποκαταστήσεις την σχέση τους και μην σκέφτεσαι τίποτα παραπέρα», συνέχισε την συνομιλία με τον εαυτό του.
«Αυτήν την εβδομάδα δουλεύω κυρίως νύχτα», είπε στην Άννα αυτή την φορά. «Να το κανονίσουμε μέσα στο Σαββατοκύριακο;»
«Εγώ την Παρασκευή πρέπει να πάω με την γιαγιά μου στο Λουτράκι. Δεν θα ανέβεις εσύ για το Πάσχα καθόλου;»
«Δεν ξέρω, αυτό θα εξαρτηθεί από τις βάρδιες που θα έχω εκείνες τις ημέρες. Το πιο πιθανό πάντως είναι πως θα έλθω με τους δικούς μου την Μεγάλη Παρασκευή για τον Επιτάφιο.»
«Ωραία, τότε πάρε με τηλέφωνο στο σπίτι όταν φτάσετε, για να βρεθούμε.»
Κατεβάζοντας το ακουστικό του τηλεφώνου είχε την αίσθηση πως κάτι δικό του είχε χαθεί. «Δεν είμαστε καλά», σκέφτηκε, «λες να υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στο τηλεφώνημα και το όνειρο που είδα το βράδυ;»
¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬

… Το μόνο που ένιωθε ήταν μία εγκατάλειψη, σαν να είχε χάσει όλη του την δύναμη και ήθελε να ξαπλώσει στο έδαφος για να κοιμηθεί. Ο δρόμος για την κορυφή του βουνού ήταν δύσβατος και είχε αναγκαστεί να σταματήσει πολλές φορές για να ξεπεράσει διάφορα προβλήματα που παρουσιάζονταν. Τώρα, όμως, τα κατάφερε, είναι στην κορυφή. Ένα δάσος απλωνόταν μπροστά του και ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι είναι μόνος. Όταν ξεκίνησαν την αναρρίχηση ήταν πολλοί άνθρωποι, δεν τα κατάφεραν όμως οι υπόλοιποι. Κρίμα, θυμόταν πως είχε σταματήσει και εκείνος πολλές φορές για να βοηθήσει άλλους που γκρεμίζονταν από τα βράχια, είχε αναγκαστεί όμως να τους αφήσει, διότι αντί να προσπαθούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους, προσπαθούσαν να παρασύρουν και εκείνον στον γκρεμό.
Αναλογιζόμενος την μοναξιά της κορυφής, μπήκε στο δάσος. Μία φευγαλέα ανατριχίλα τον διαπέρασε και ενστικτωδώς έσφιξε το ξύλινο σταυρουδάκι που βρισκόταν στην τσέπη του. «Η Δύναμη βρίσκεται στα απλά πράγματα», συλλογίστηκε προσευχόμενος νοερά, μέχρι που έφυγε ο φόβος. «Κοίτα να δεις τί δύναμη έχει ένα κομμάτι ξύλο αν Πιστεύεις».
Τα δέντρα γύρω του εξέπεμπαν μία άγρια ομορφιά και μέσα του αναδύθηκαν αρχέγονα ένστικτα. Ξαφνικά, έπαψε να σκέφτεται. Ένα γρύλισμα βγήκε από τον λαιμό του και μία δύναμη ανάβλυσε από μέσα του, μία Δύναμη που δεν είχε τίποτα το ανθρώπινο. Δεν ένιωθε πια σαν άνθρωπος, ήταν ένας λύκος στο φυσικό του περιβάλλον, μακριά από αγέλες, μακριά από προκαταλήψεις και συμβιβασμούς που λέγονταν «νόμοι» και «κανόνες». Μόνον ο Νόμος υπήρχε, με αδέκαστο λειτουργό την ίδια την Φύση. Προσπαθώντας να βρει λόγια να περιγράψει αυτό το υπέροχο συναίσθημα, έπεσε σε μία πρωτόγνωρη έκσταση. Γνώριζε τα πάντα, βρισκόταν στις πόλεις, στα χωριά, στα πλοία, ήξερε τί σκεφτόταν κάθε άνθρωπος, σαν να είχε γίνει ο ίδιος ο Κόσμος όλος, πολλές μικρές Διονυσιακές φλόγες που ήταν συγχρόνως μια Φοίβη, Απολλώνια Φλόγα.

Όταν συνήλθε και ανέκτησε την επαφή με αυτό το απειροελάχιστο κομματάκι του Σύμπαντος που λεγόταν «σώμα», ακούμπησε την πλάτη του σε ένα δέντρο. Αισθανόταν σαν κάποιος σοφός γέροντας, που στο τέρμα της ζωής του είχε κατακτήσει όλη την Κοσμική Σοφία και περίμενε τον θάνατο να τον λυτρώσει από τα δεσμά της ύλης.
Ξαφνικά, όλα γύρω έλαμψαν. Την είδε να έρχεται από μακριά, κοιτώντας φοβισμένη πίσω της, με ένα αλλόκοτο φως να την περιβάλλει. Τον πλησίασε και αφού κοντοστάθηκε μία στιγμή, πήρε την απόφαση και του μίλησε:
«Σε παρακαλώ γέροντα, βοήθησέ με, θα με πιάσουν.»
«Γιατί με λες γέροντα, κορίτσι μου; Την ίδια ηλικία έχουμε, δεν το βλέπεις;» την ρώτησε απογοητευμένος που δεν τον αναγνώρισε και εκείνη.
«Μα πώς, είσαι πιο ηλικιωμένος από τους άλλους γύρω σου, για αυτό και κάτι με έσπρωξε να μιλήσω σε εσένα.»
«Αν ανοίξεις τα μάτια σου σωστά, θα δεις ότι δεν υπάρχουν άλλοι γύρω μου, παρά οι σκιές παίζουν παιχνίδια στην φαντασία σου. Και τα μαλλιά μου δεν είναι λευκά από γηρατειά, αλλά από τις κακουχίες.»
«Μπορεί να έχεις δίκιο», απάντησε εκείνη, «αλλά δεν προλαβαίνω να τα σκεφτώ όλα αυτά, θα με πιάσουν όπου να ’ναι, αυτά τα θεόρατα χέρια που ξεπροβάλουν από τα δέντρα.»

Ένιωθε την αγωνία της στην ψυχή του. Άλλωστε, εκείνη ήταν το κομμάτι που του έλειπε για να ολοκληρωθεί σαν ύπαρξη. Δυστυχώς όμως, αυτή δεν το έβλεπε, το μόνο που σκεφτόταν ήταν το πώς να σώσει την εύθραυστη ζωούλα της. Δεν κινδύνευε βέβαια πραγματικά, οι φοβίες της είχαν πάρει την μορφή χεριών που την κυνηγούσαν.
Σηκώθηκε όρθιος, έβαλε το χέρι του στα μαλλιά της και την είδε να χαλαρώνει.
«Μην φοβάσαι, μικρή μου», της είπε, «έλα να σε ξεναγήσω στο δάσος, για να δεις ότι χωρίς λόγο αναστατώνεσαι έτσι.»

Του έδωσε το χέρι της και του είπε ότι αισθανόταν ασφαλής μαζί του. Έπειτα άρχισε να τον ρωτάει για το δάσος, τα χέρια που την κυνηγούσαν και δεν την έπιαναν και άλλα πολλά. Της είπε ότι το δάσος λεγόταν «υποσυνείδητο», τα χέρια ονομάζονταν άλλα «φόβοι» και άλλα είχαν τα ονόματα διαφόρων ανθρώπων στην ζωή της, οι οποίοι ήθελαν να την κάνουν να ξεχάσει τον προσωπικό της αγώνα και να την τραβήξουν στο μέρος τους για να την υποδουλώσουν.
«Και εσύ πώς τα ξέρεις όλα αυτά για μένα;» τον ρώτησε τρομαγμένη.
«Τα ξέρω επειδή εμείς οι δύο είμαστε άρρηκτα δεμένοι, με έναν δεσμό πέρα από κάθε φαντασία, ο οποίος δεν σπάει ούτε με τον θάνατο. Το μόνο πρόβλημα είναι, ότι μέχρι να το καταλάβουμε και αποδεχθούμε και οι δύο αυτό το γεγονός, θα αισθανόμαστε την έλλειψη ο ένας του άλλου, με προφανείς τις συνέπειες και την αίσθηση του κενού μέσα μας.»
«Πω πώ, δεν τα κατάλαβα όλα όσα μου είπες, αλλά μιλάς τόσο όμορφα που νιώθω ότι πετώ στον ουρανό. Όμως, πρέπει να συνεχίσω τον δρόμο μου. Δεν θέλεις να έλθεις μαζί μου; Φοβάμαι μόνη μου.»
«Μακάρι να μπορούσα να σε ακολουθήσω, σε περίμενα βλέπεις εδώ και πολύ καιρό. Ο δρόμος ο δικός σου όμως είναι διαφορετικός από τον δικό μου. Μόνη σου πρέπει να πολεμήσεις τα χέρια που σε κυνηγούν, εγώ δεν έχω πια κουράγιο να σε βοηθήσω. Έχω βλέπεις και εγώ αντίστοιχα χέρια στο δικό μου δάσος. Αν και οι δύο το θέλουμε πραγματικά, θα ξανανταμώσουμε σε ένα ξέφωτο σαν αυτό και ίσως τότε μπορέσουμε να συνεχίσουμε μαζί. Μέχρι τότε, θα σου δώσω να έχεις μαζί σου το πιο πολύτιμο πράγμα που έχω» της είπε, δίνοντάς της τον ξύλινο σταυρό. «Να πιστεύεις με όλο σου το Είναι, ότι όσο καιρό το έχεις κοντά σου, τίποτα και κανείς δεν μπορεί να σου κάνει κακό. Μία αόρατη ασπίδα θα σε φυλάει και καμία κακία δεν θα μπορεί να σε βλάψει. Βασική προϋπόθεση όμως είναι, ότι πρέπει να είσαι ενάρετη και αγαθή, διότι την Δύναμή του την παίρνει από την καλοσύνη της ψυχής σου.»
«Σε ευχαριστώ πολύ, δεν θα σου λείψει όμως εσένα;»
«Όσο ήταν να με βοηθήσει, με βοήθησε» της απάντησε. «Εμένα μου έμαθε να παίρνω δύναμη από αυτό, ακόμα και χωρίς να το έχω μαζί μου. Άλλωστε, και εσύ είσαι ένα κομμάτι από εμένα, οπότε πάλι εμένα φροντίζω, με τον τρόπο μου», είπε χαμογελώντας με την απορία που εξέφραζαν τα μάτια της. Ήταν φανερό ότι δεν καταλάβαινε τίποτα από όσα της έλεγε. Και όμως, όλα ήταν τόσο απλά!
Πήρε το σταυρουδάκι στο χέρι της και για μία στιγμή το κράτησε μαζί με το χέρι του, σαν να μην ήθελε να με αποχωριστεί. «Καλό σημάδι», σκέφτηκε, «η Μοίρα επιβεβαιώνει τον δεσμό μας». Άρχισε να απομακρύνεται κουνώντας το χέρι της σαν αποχαιρετισμό και ένα βαθύ σκοτάδι κάλυψε όλη του την ύπαρξη. Ακούμπησε πάλι την πλάτη του στο δέντρο και μην έχοντας καθόλου δύναμη, αποκοιμήθηκε.
¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬
Δεν μπορούσε, βέβαια, να φανταστεί ότι ύπνος σημαίνει ξύπνημα σε μία άλλη διάσταση και ότι η συνάντησή του με την Άννα θα γινόταν ξανά σε ένα όνειρο που είδε κοιμώμενος στον ύπνο του, όνειρο που λάμβανε την μορφή του ξυπνήματος στην τωρινή πραγματικότητα.

to-fili-tis-medousas-banner17 Απριλίου

Η περιφορά του Επιταφίου για μία ακόμη φορά δημιουργούσε μία κατανυκτική ατμόσφαιρα. Ο Ιωάννης κοίταξε γύρω του το πλήθος και αναρωτήθηκε τί ήταν τελικά αυτό που συνέδεε τον νεκρό Ιησού στην κιβωτό της Διαθήκης, τον κατακερματισμό του Διόνυσου από τους Τιτάνες, με τον αθώο Άδωνι που ο κακόμοιρος δεν έφταιγε σε τίποτα να τον ποθήσει ο Φοίβος. «Η ζωή και ο θάνατος», σκέφτηκε, ενώ στο μυαλό του ερχόταν ο Πλάτων. «Για να πεθάνεις πρέπει πρώτα να έχεις ζήσει, άρα για να γεννηθείς πρέπει να έχεις πεθάνει.»
«Δεν έχει σημασία» είπε χαμηλόφωνα στον αθέατο Συνοδό του. «Για λίγο μόνο, ας αφήσω τις κοσμοθεωρίες στην άκρη και ας νιώσω λίγο άνθρωπος. Είναι γλυκιά η προσμονή», χαμογέλασε κοιτάζοντας το ρολόι του.

Λίγες ώρες πριν, μόλις έφτασε από την Αθήνα, της τηλεφώνησε.
«Λέγετε», άκουσε την φωνή της να απαντά μετά το δεύτερο κουδούνισμα.
«Καλησπέρα. Τί έγινε, επάνω από το τηλέφωνο καθόσουν; ούτε που πρόλαβε να χτυπήσει», ρώτησε την Άννα ο Ιωάννης, προσπαθώντας να κρύψει την ταραχή που του προκαλούσε ο ήχος της φωνής της.
«Αν σου πω ότι ήξερα πως ήσουν εσύ, θα με πιστέψεις; Μην μου πεις ότι τελικά θα κάνεις Πάσχα στην Αθήνα;»
«Αφού σου είπα πως θα έλθω για Ανάσταση στο εξοχικό μου. Άλλωστε, η αλήθεια είναι πως ήθελα να συναντηθούμε», είπε διστακτικά.
«Και εγώ σε περίμενα πως και πως. Θα βρεθούμε από κοντά σήμερα;»
«Θα σε περιμένω σπίτι αμέσως μετά τον Επιτάφιο», της απάντησε και αφού έκλεισαν το τηλέφωνο, προσπαθούσε να βιάσει τον χρόνο να κυλήσει γρηγορότερα.

Μετά την ολοκλήρωση της περιφοράς του Επιταφίου ο Ιωάννης γύρισε στο σπίτι του. Δέκα λεπτά αργότερα, το πολυπόθητο κουδούνισμα ακούστηκε. Κατέβηκε βασανιστικά αργά τις σκάλες από τον πρώτο όροφο όπου βρισκόταν το διαμέρισμά του και την είδε να στέκεται στην πόρτα. Παρόλο που γνώριζε επακριβώς τον λόγο για τον οποίο βιαζόταν να συζητήσουν, όταν διασταυρώθηκαν οι ματιές τους ένιωσε εκείνο το συναίσθημα που είχε νιώσει και τότε, το βράδυ εκείνο που μπήκε στην ζωή του. Μόνο που τώρα γνώριζε δύο – τρία πράγματα παραπάνω γύρω από μεταφυσικά ζητήματα, ενώ ο προσωπικός του φύλακας, φίλος και Συνοδός βρισκόταν πάντα κοντά του, αθέατος από τους άλλους, πάντα πρόθυμος να τον βοηθήσει να πλεύσει μέσα από τους επικίνδυνους σκοπέλους που θα παρουσιάζονταν μπροστά του. Δεν είχε παρά να τον καλέσει, αλλά μιας και τώρα τελευταία είχε μάθει την ύπαρξή του, δεν ήθελε να καταχραστεί την βοήθειά του.

Ευτυχώς όμως, που Αυτός είχε άλλη άποψη. Λες και η συνάντηση του βλέμματος της Άννας με τα γκριζογάλανα μάτια του Ιωάννη τον επικαλέστηκε, ήλθε στο πλάι του και του ψιθύρισε:
«Μην ξεχνάς ότι εμείς οι δύο ξέρουμε κάτι που αυτή δεν ξέρει. Εκείνη νομίζει πως ο ρόλος σου είναι του κομπάρσου – διαμεσολαβητή που θα της ξαναφέρει κοντά της τον Ιωάννη. Όμως, ο μόνος Ιωάννης που είναι γραμμένο να υπάρξει στο μέλλον για εκείνην, είσαι εσύ. Ακόμα δεν ξέρεις όλα όσα αφορούν την σχέση σας, έχε μου όμως εμπιστοσύνη. Από εσένα θέλω μόνο να είσαι ειλικρινής απέναντί της και σε καμία περίπτωση να μην της πεις ψέματα. Αλλά μην της φανερώσεις και όλες σου τις σκέψεις, παρά μόνο μικρό μέρος αυτών. Αργότερα θα καταλάβεις το γιατί σου τα λέω όλα αυτά.»

Ο χρόνος ξανάρχισε να κυλά και ο Ιωάννης κοίταξε την Άννα εξεταστικά. Ήταν στο ύψος του, με πολύ εντυπωσιακό παρουσιαστικό και πιο όμορφη από ποτέ. Τα μάτια της έλαμπαν και μπόρεσε να διακρίνει την χαρά της που τον έβλεπε.
«Νόμιζα πως τα θαύματα του κόσμου ήταν επτά», της είπε χαμογελώντας. «Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ πως θα είχα μπροστά μου το όγδοο. Τί ομορφιές είναι αυτές;»
«Πάντα υπερβολικός. Και εσύ στις ομορφιές σου είσαι», ανταπόδωσε εκείνη την φιλοφρόνηση, φιλώντας τον παράλληλα στο μάγουλο. «Πού θα πάμε;»
«Πάμε προς την παραλία και βλέπουμε» πρότεινε, ενώ για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό αισθανόταν πως το κενό στην ψυχή του είχε συμπληρωθεί.

Περπάτησαν στην παραλία και κάθισαν στο ίδιο εκείνο μπαράκι στο οποίο ο Ιωάννης είχε καθίσει εκείνο το βράδυ με τον Πύρρο. Μιλούσαν για πολλή ώρα λέγοντας τα νέα τους, ο Ιωάννης σχετικά με μία κοπέλα με την οποία είχε πρόσφατα χωρίσει και η Άννα για τον πρόσφατο χωρισμό της με τον Δημήτρη. Ήταν εκπληκτικό το πόσα κοινά στοιχεία είχαν, εξίσου εκπληκτικό όμως ήταν το πόσο γρήγορα περνούσε ο χρόνος όταν ήταν μαζί. Όλη αυτήν την ώρα φαινόταν να είχε ξεχάσει τον λόγο για τον οποίο ήθελε να μιλήσουν και φαινόταν απορροφημένη στην συζήτησή τους, όμως ο Ιωάννης θεώρησε σκόπιμο να κάνει μία νύξη σχετικά με τον συνονόματο φίλο του.
«Τον κοινό μας φίλο τον Ιωάννη δεν τον είδες καθόλου όλες αυτές τις ημέρες που ήσουν εδώ;» την ρώτησε και την επανέφερε έτσι στο πρόγραμμά της. Πάντως ήταν ευχαριστημένος, διότι ενώ πίστευε πως σκοπός της ήταν μόνο να μεσολαβήσει εκείνος για την επανασύνδεσή τους, στην Άννα φαινόταν να αρέσει πραγματικά η συντροφιά του. Άλλωστε δεν είχε τύχει να μιλήσουν άλλη φορά μόνοι τους και ταίριαζαν πολύ οι χαρακτήρες τους. Είχαν κοινές αντιλήψεις και πεποιθήσεις, πολλά κοινά βιώματα και, πάνω απ’ όλα, μια περίεργη στάση απέναντι στην ζωή, λες και προέρχονταν από έναν άλλο Κόσμο, όπου τίποτα απ’ όσα απασχολούσαν όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους δεν τους άγγιζε.
«Τον είδα μερικές φορές» απάντησε εκείνη διστακτικά, «αλλά δεν μιλήσαμε πολύ. Δεν ήθελα να πει πως μόλις χώρισα έτρεξα πάλι να τα ξαναβρούμε.»
«Πάντως αν σου δινόταν η ευκαιρία, δεν θα ήθελες να ξανασμίξετε;» την ρώτησε, ενώ είχαν επαληθευθεί οι εικασίες του σχετικά με τους υπολογισμούς της.
«Εεε, δεν ξέρω, ίσως, αλλά δεν θέλω να λέει τα δικά του αυτός μετά.»
«Θέλεις να του μιλήσω εγώ;» την έβγαλε από την δύσκολη θέση.
«Μπορείς; Δεν θέλω να καταλάβει ότι έχουμε μιλήσει και σε έβαλα μεσάζοντα.»
«Μην ανησυχείς, κάτι ξέρω και εγώ από ψυχολογία» της χαμογέλασε, ενώ σκεφτόταν πως τελικά ήξερε περισσότερα από όσα νόμιζε. «Άντε, να πηγαίνουμε σιγά σιγά και αύριο θα δούμε τί θα κάνουμε με το πονεμένο μας κοριτσάκι.»

to-fili-tis-medousas-banner18 Απριλίου

Όλη την ημέρα την πέρασαν μαζί. Συναντηθήκαν το μεσημέρι και κάθισαν να πιούν έναν καφέ. Ο Ιωάννης δεν είχε συναντήσει τον φίλο του, αυτό δεν φάνηκε όμως να την πειράζει και γρήγορα έδειξε να το ξεχνάει με την κουβέντα τους. Ήταν πραγματικά μαγεμένος μαζί της, τόσον καιρό την σκεφτόταν και είχε πλάσει μία εικόνα φανταστική στο μυαλό του, δεν μπορούσε να φανταστεί όμως πως η πραγματικότητα θα ήταν ακόμα καλύτερη. Ήταν η μοναδική φορά που ασυναίσθητα μπορούσε να αποκαλύψει τις πεποιθήσεις του σε μία κοπέλα χωρίς να φοβάται μήπως τον θεωρήσει τρελό. Βλέπετε, η αλήθεια είναι πως ενώ το σώμα του βρισκόταν στην 3η μετά Χριστόν χιλιετία, το πνεύμα του ήταν μερικούς αιώνες πίσω και φοιτούσε στο Λύκειο. Ο Πλάτων το έλεγε Ακαδημία, εκείνος όμως, προτιμούσε να το λέει Λύκειο, όπως άλλωστε κάνουν και μερικοί άλλοι που κατάφεραν να το δουν στην δική τους Πραγματικότητα. Έτσι, μπορούσε να δώσει κάποιες απαντήσεις σε απορίες και προβλήματά της και ο Ιωάννης έπαιρνε όρκο πως και εκείνη ήταν μαγεμένη από την παρέα του, πράγμα που μεγάλωνε ακόμα περισσότερο την έλξη που του ασκούσε.

«Πω πώ, έπρεπε να σε προειδοποιήσω ότι έτσι και αρχίσω να μιλάω ξεχνάω να σταματήσω», της είπε κοιτάζοντας τον ήλιο που έπεφτε. «Πώς πέρασε έτσι η ώρα; Ελπίζω να μην σε κούρασα», είπε απολογητικά ενώ μετάνιωνε για το ότι είχε παρασυρθεί και είχε αφήσει να φανούν τόσο προσωπικές του πτυχές.
«Όχι βέβαια, ίσα ίσα, δεν έχει τύχει να μιλήσω έτσι με κανέναν και ομολογώ πως μου αρέσουν τέτοιου είδους συζητήσεις. Κάποια στιγμή θα σου πω μερικά πράγματα που μου έχουν συμβεί και δεν μπορώ να τα εξηγήσω. Το βράδυ θα βρεθούμε μετά την Ανάσταση;»
«Ναι, γιατί όχι;» απάντησε ενθουσιασμένος, μιας και είχε φοβηθεί πως την τρόμαξε με όλη αυτή την κουβέντα. Ένα βασικό χαρακτηριστικό του χαρακτήρα του ήταν η ανασφάλεια, δικαιολογημένη όμως αφού δεν είχαν μείνει πολλές πριγκηπέσες στην εποχή του για να μπορέσουν να νιώσουν έναν αθεράπευτα ρομαντικό ιππότη. «Να περάσω να σε πάρω κατά τις δωδεκάμισι;» την ρώτησε.
«Ναι, καλά είναι. Πάντως ανυπομονώ να συναντηθούμε», του είπε διστακτικά. «Σε συνήθισα και θα μου λείψεις αυτές τις τρεις ώρες» του είπε, ενώ εκείνος προσπαθούσε να διαπιστώσει αν κοιμόταν ή αν ήταν ξύπνιος.

to-fili-tis-medousas-banner19 Απριλίου

«Χριστός Ανέστη», είπε και την φίλησε.
«Αληθώς ο Κύριος» απάντησε η Άννα, αγκαλιάζοντάς τον. «Καλά τί είναι αυτό που έχουμε πάθει, πριν τρεις ώρες χωρίσαμε και ξανασυναντιόμαστε τώρα, ούτε ερωτευμένοι να ήμασταν.»
«Μην μου βάζεις ιδέες» της είπε ενώ σκεφτόταν πως είχε χτυπήσει διάνα. «Που πάμε;»
«Πάμε και βλέπουμε.»
Πήγαν σε ένα μπαράκι όπου ανάμεσα στους γνωστούς που συνάντησαν, βρήκαν και τον Ιωάννη. Αυτός φάνηκε να ξαφνιάζεται που τους είδε μαζί, για αυτό άφησε λίγο την Άννα μόνη της και ο Ιωάννης έπιασε τον συνονόματο φίλο του παράμερα για να μιλήσουν. Του είπε όσα είχαν πει με την Άννα για αυτόν και αισθάνθηκε μεγάλη ανακούφιση όταν ο φίλος του τού είπε πως δεν θα ήθελε να ξανασμίξει με την Άννα, δεν τον ενδιέφερε μάλιστα καθόλου σαν ενδεχόμενο. Ο Ιωάννης το μετέφερε στην Άννα, η οποία περιέργως δεν φάνηκε και ιδιαίτερα στενοχωρημένη, και αφού κάθισαν για καμιά ώρα, μπήκαν στο αυτοκίνητό του και πήγαν στην παραλία.
Τα υπόλοιπα είναι γνωστά…

… και η συνέχεια στο βιβλίο …

«Το Φιλί της Μέδουσας»

Ένα μυθιστόρημα «Επιστημονικής Φαντασίας» για τα χρόνια της Κρίσης και την Μαύρη Σκιά που έχει βυθίσει τον πλανήτη Γη στο Σκοτάδι, με τελευταίο προπύργιο Αντίστασης την Κατεχόμενη Ελλάδα των Μνημονίων.
Και η Πραγματικότητα γύρω σας δεν θα είναι ποτέ πια η ίδια…

Τα Πνευματικά Δικαιώματα των κειμένων είναι νομικά κατοχυρωμένα και απαγορεύεται η αναδημοσίευσή τους χωρίς να αναφέρεται η Πηγή και το όνομα του συγγραφέα.
Το βιβλίο μπορείτε να βρείτε εδώ, ή με επικοινωνία με τον συγγραφέα της αυτοέκδοσης του βιβλίου εδώ.

©2017 Νικόλαος Παναγοδημητρόπουλος

Facebook Page

Take it personal… and become a brand new person.
“Panagodimitropoulos Team”
by Nick Panagodimitropoulos

personal training 1

Θέλετε να μάθετε γρήγορα και ευχάριστα την αγγλική γλώσα:
Δείτε εδώ λεπτομέρειες και πληροφορίες για την μέθοδο E.L.P.I.S.

nick-panagodimitropoulos-english-lessons

Υπεύθυνος προγραμμάτων Εκπαίδευσης:
Nick Panagodimitropoulos
English Language Institute – University of Michigan, U.S.A.
Member of the Hellenic American Union

elpis-banner

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s