Για Πάντα

%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%ac%ce%bd%cf%84%ce%b1

Ένας ψυχρός άνεμος μαστίγωνε το πρόσωπό του…
τυλιγμένος στο βαρύ παλτό με τα χέρια στις τσέπες αναρριγούσε…
μα όχι από το κρύο.
Την είδε να βγαίνει από το σπίτι της και να μπαίνει στο ακριβό αυτοκίνητο που την περίμενε απ’ έξω. Ένα πεταχτό φιλί στον οδηγό και το όχημα ξεκίνησε.
«Τον αχρείο», σκέφτηκε, «δεν είχε καν την ευγένεια να βγει να της ανοίξει την πόρτα».

Θυμήθηκε την εποχή που ήταν ζευγάρι…
το μικρό αυτοκίνητο που είχε πάρει με τα χρήματα της δεύτερης δουλειάς που είχε πιάσει το βράδυ…
την αναστάτωση που ένιωθε κάθε φορά που ερχόταν να την πάρει από το ίδιο αυτό σπίτι…
την αναστάτωση με το που την έβλεπε να διασχίζει το κατώφλι της, το αθώο φιλί στο μάγουλο και το ιπποτικό άνοιγμα της πόρτας.
Και έπειτα, στη θαλπωρή της λαμαρινένιας φωλιάς τους, το βαθύ, υγρό φιλί που ένωνε τα κορμιά τους, δυό ανάσες να σβήνουν η μία μέσα στην άλλη, ενώ το Σύμπαν σταματούσε να υπάρχει ολόγυρά τους.

«Για ένα σου άγγιγμα», της ψιθύριζε ξέπνοος στο αυτί, «για ένα χάδι στα μαλλιά σου θα μπορούσα να αρνηθώ την Αιωνιότητα».
Και εκείνη έλιωνε πλήρης στην αγκαλιά του, γεμάτη από τα συναισθήματα που της γεννούσε η χροιά της φωνής του που έτρεμε στο βλέμμα της.
«Για Πάντα»…

Πόσο μακριά φαινόντουσαν όλα αυτά…
και πόση ειρωνεία κρύβουν αυτές οι δύο λέξεις σε ένα πεπερασμένο Σύμπαν.
«Για Πάντα» …
Κάθε βράδυ οι ίδιες σκέψεις…
κάθε βράδυ στο ίδιο κατώφλι κρυμμένος στον απέναντι δρόμο να παρακολουθεί σαν θεατής μια ζωή στην οποία ο ίδιος δεν είχε πια κανέναν ρόλο, ούτε καν του απλού κομπάρσου.

Πόσο βαρετή και η αποψινή βραδιά…
του αρνήθηκε ευγενικά την πρόταση να καλέσει τον εαυτό του στο διαμέρισμά της και τον καληνύχτισε. Δεν της ήταν μπορετό να του δώσει θάρρος. Δεν μπορούσε πια να νιώσει εκείνο το Σκίρτημα που της γεννούσε η θύμηση Εκείνου στη σάρκα της.
Έβγαλε τα κλειδιά από την τσάντα της και άνοιξε την πόρτα της πολυκατοικίας, όταν ένα ψυχρό αεράκι στο σβέρκο της τής δήλωσε με μια ανατριχίλα πως κάποιος την παρακολουθούσε.
Γύρισε απότομα το κεφάλι μα δεν μπόρεσε να δει κάποιον.
Κάθε βράδυ η ίδια αίσθηση…
κάθε βράδυ…

Έκλεισε την πόρτα πίσω της και κατευθύνθηκε στην απέναντι πλευρά του δρόμου.
Ένα δάκρυ κύλησε καθώς ξεχύθηκαν στην μνήμη της οι αναμνήσεις…
η αναστάτωση που ένιωθε όταν τον έβλεπε να την περιμένει στο μικρό αυτοκίνητό του, το πεταχτό φιλί στο μάγουλο για να μην την εκθέσει στους γείτονες…
το ιπποτικό άνοιγμα της πόρτας που την έκανε να νιώθει βασίλισσα…
Και έπειτα, στη θαλπωρή της λαμαρινένιας φωλιάς τους, το Σύμπαν να σταματά να υπάρχει γύρω τους.

Άλλο ένα δάκρυ…
Η ανάμνηση πονάει…
κάθε βράδυ…
Η εικόνα του να βγαίνει από το αυτοκίνητο…
να της χαμογελά με εκείνη την αθωότητα που μόνον ο αγνός έρωτας γεννά…
να βγάζει το μικρό κόκκινο, βελούδινο κουτί από την τσέπη του και να γονατίζει μπροστά της με το δαχτυλίδι να λάμπει απόκοσμα…
το ξέπνοο «δέχομαι» να του χαρίζει Μία και Μόνη Στιγμή απόλυτης Ευτυχίας…
και έπειτα το φορτηγό από το πουθενά να τον παρασύρει, μεθυσμένο και αυτό από τη μαγεία της Στιγμής.

Και οι τελευταίες λέξεις την ώρα που η ζωή έφευγε από το ακόμα χαμογελαστό πρόσωπο που έλαμπε, γιατί Εκείνη ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνε μαζί του…
«Για Πάντα»

© 2012 Νικόλαος Παναγοδημητρόπουλος

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s