Σε αντίθετες κατευθύνσεις

%cf%83%ce%b5-%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%ce%b8%ce%b5%cf%84%ce%b5%cf%82-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b5%cf%85%ce%b8%cf%8d%ce%bd%cf%83%ce%b5%ce%b9%cf%82

Χιόνι…
Παγωνιά…
Όχι τόσο έξω, αλλά μέσα… στην ψυχή.
Κι αυτή η παγωνιά δύσκολα βρίσκει γιατρειά όσο περνάνε τα χρόνια, δύσκολα χάνεται.

Κάθεται μόνη στην στάση του λεωφορείου.
Θλιμμένη… απογοητευμένη… χωρίς την Σπίθα της Ζωής να λάμπει στα μάτια.
Τα χέρια στις τσέπες… να ζεσταθούν λίγο μιας και δεν είναι κάποιος κοντά να την αγκαλιάσει και να της τα τρίψει με τη ζεστασιά της καρδιάς του.
Τον κοιτάζει απέναντι, κλεφτά, μη φανεί «λίγη» μπροστά του.
Μη φανεί μόνη… δεν πρέπει. Και είναι τόσο όμορφος… τόσο αρρενωπός…
Τι θα πει αυτός αν του χαμογελάσει; Θα την περάσει για αποτυχημένη και «πεινασμένη».
Αχ και να ‘ξερε …
Πόσο θα ‘θελε το βράδυ που θα σχολάσει από τη δουλειά να γυρίσει σπίτι και να την περιμένει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο τραπέζι… δίπλα στις μαθητικές τσάντες των παιδιών… Και να μην χρειαστεί ποτέ να ξαναντικρύσει αυτό το τεράστιο μουντό, κρύο, άδειο σπίτι που την περιμένει κάθε βράδυ…
Αχ και να ερχόταν να της μιλήσει…
Να της πιάσει την κουβέντα… να ανταλλάξουν τηλέφωνα… να βγουν για φαγητό… να μείνουν μαζί… να παντρευτούν… να κάνουν παιδιά… εγγόνια… να γεράσουν μαζί… και αν είναι τυχεροί να πεθάνουν στον ύπνο τους στα βαθιά γεράματα…
Μαζί…
Αχ και να ερχόταν να της μιλήσει…

Την βλέπει απέναντι… η καρδιά του σκίρτησε όταν την πρόσεξε, σαν να την ξέρει χρόνια.
Μα όχι… ιδέα του είναι… αν ήταν έτσι θα τον κοίταζε και αυτή.
Τώρα που και που του ρίχνει καμιά κλεφτή ματιά αδιαφορίας, έτσι… να περνάει η ώρα μέχρι να έλθει το λεωφορείο της.
Κρίμα… την βλέπει τόσο αγέρωχη, σίγουρα δεν είναι μόνη στη ζωή, σίγουρα για κάποιον νοιάζεται, θα ήθελε τόσο να πάει να της μιλήσει.
Να του σβήσει με ένα φιλί τη δίψα του για Αγάπη…
Μα είναι δειλός… και δεν βοηθάει και αυτή.
Αχ και να τον κοίταζε… αχ και να του χαμογελούσε λίγο, έτσι, ίσα ίσα για το «πράσινο φως» να προχωρήσει.

Θα πήγαινε να της μιλήσει… θα αντάλλασαν τηλέφωνα… θα έβγαιναν για φαγητό… θα έμεναν μαζί… θα παντρευόντουσαν… θα έκαναν παιδιά… εγγόνια… θα γερνούσαν μαζί… και αν ήταν αρκετά τυχεροί, θα πέθαιναν στον ύπνο τους στα βαθιά τους γεράματα…
Μαζί…
Αχ και να του χαμογελούσε λίγο…

Εκείνη συνεχίζει να αδιαφορεί αγέρωχη.
Εκείνος συνεχίζει να ικετεύει για ένα βλέμμα.
Δύο λεωφορεία έρχονται… από αντίθετες κατευθύνσεις.
Δύο άνθρωποι, θύματα του εγωισμού τους, λιπόψυχοι μπροστά στην εκδοχή της απόρριψης, επιβιβάζονται και χάνονται…
Μόνοι…

Σε αντίθετες κατευθύνσεις…

© 2011 Νικόλαος Παναγοδημητρόπουλος

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s